διανόηση


διανόηση
η (Α διανόησις, -εως) [διανοούμαι]
πνευματική λειτουργία που συνδέει έννοιες και κρίσεις
νεοελλ.
1. το σύνολο τών διανοουμένων
2. τα επιστημονικά και πνευματικά έργα μιας περιόδου
αρχ.
1. δόλος, πανουργία
2. τρόπος σκέψης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διανόηση — η 1. η λειτουργία του πνεύματος που συνδέει τη σκέψη με την κρίση: Διαθέτει φιλοσοφική διανόηση. 2. (περιλ.), οι διανοούμενοι, οι πνευματικοί άνθρωποι: Η διανόηση του τόπου συμβάλλει στον πολιτισμό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διανόηση — [дьяноиси] ουσ. В. разум, интеллект …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διανοήσῃ — διανοήσηι , διανόησις process of thinking fem dat sg (epic) διανοέομαι have in mind aor subj mp 2nd sg διανοέομαι have in mind fut ind mp 2nd sg διανοέομαι have in mind aor subj mid 2nd sg διανοέομαι have in mind aor subj act 3rd sg διανοέομαι… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επαρκούς ή αποχρώντος λόγου, αρχή — (principium rationis sufficientis). Αρχή της Λογικής, σύμφωνα με την οποία κάθε φαινόμενο έχει μία αιτία. Όμως, η ίδια αιτία δεν παράγει απαραίτητα και το ίδιο το φαινόμενο, ούτε η αιτία του ίδιου φαινομένου είναι πάντοτε η αυτή. Η α.ε.λ.… …   Dictionary of Greek

  • Μπέμε, Γιάκομπ — (Jakob Boehme, 1575 – 1624). Γερμανός φιλόσοφος. Καταγόταν από αγροτική οικογένεια. Είχε ροπή προς τη μυστικοπάθεια και τη φιλοσοφική διανόηση και γι’ αυτό μελετούσε διάφορα συγγράμματα που αναφέρονταν στη φυσική φιλοσοφία του Βάιγκελ, Σβέγκφελντ …   Dictionary of Greek

  • Μπερξόν, Ανρί — (Henri Bergson, Παρίσι 1859 – Οτέιγ, Παρίσι 1941). Γάλλος φιλόσοφος, εβραϊκής καταγωγής. Αν και προερχόταν από εβραϊκή οικογένεια, προσέγγισε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του στον καθολικισμό, αλλά έμεινε πάντα αλληλέγγυος με την εβραϊκή… …   Dictionary of Greek

  • Dimosthenis Kourtovik — Δημοσθένης Κούρτοβικ Born 1948 Athens, Greece …   Wikipedia

  • ατολμία — Έλλειψη τόλμης, δειλία. Στην ψυχιατρική, α. λέγεται η ψυχολογική ανεπάρκεια που φέρνει διαταραχές στη βούληση, τη διανόηση και την κίνηση (αδεξιότητα). Η α. οφείλεται ή σε απότομους ψυχονευρικούς κλονισμούς ατόμων που παρουσιάζουν βλάβες του… …   Dictionary of Greek

  • διανοητικός — ή, ό (Α διανοητικός, ή, όν) [διανοούμαι] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διανόηση 2. εμβριθής, βαθύνους νεοελλ. φρ. α) «διανοητική έκπτωση» μείωση τών νοητικών ικανοτήτων οφειλόμενη είτε σε γηρατειά ή σε νευροψυχικές διαταραχές β)… …   Dictionary of Greek

  • εννόηση — η (AM ἐννόησις) [εννοώ] η ενέργεια τού εννοώ νόηση, σκέψη, διανόηση, αντίληψη, παρατήρηση («προς μαθήσεις και εννοήσεις και μελετάς», Πλάτ.) …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.